ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

Του Μενελάου Σ. Ζώτου

Ο γεωγραφικός χώρος μιας περιοχής, όσο κι αν είναι μεγάλος, είναι πολύ στενός για να χωρέσει ένα ξεχωριστά δικό του λαογραφικό είδος, όπως είναι τα δημοτικά μας τραγούδια.
Και όμως για τη Βόρειο Ήπειρο, το διαλεχτό μα άτυχο τούτο κλωνάρι του Ελληνικού Έθνους, πού μένει πάντα έξω από την αγκαλιά τής Ελληνικής πατρίδας, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καθαρά δικό του είδος δημοτικού τραγουδιού, με ιδιαίτερα και ιδιότυπα μουσικά γνωρίσματα, πού το χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν από όλα τα άλλα γνωστά είδη τής δημοτικής μας μουσικής.
Το δημοτικό τραγούδι τής Βορείου Ηπείρου, είχε την ατυχία να μείνει ανεξερεύνητο και σχεδόν άγνωστο στους λαογραφικούς επιστημονικούς κύκλους, μέχρις ότου ό συντάκτης του Λαογραφικού Αρχείου τής Ακαδημίας Αθηνών και γνωστός μουσικολαογράφος Σπύρος Περιστέρης, στην επετηρίδα του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών των ετών 1955-1957, παρουσίασε με μιά εμπεριστατωμένη μελέτη του, τον πολυφωνικό χαρακτήρα και το ξεχωριστό μουσικό κα λαογραφικό ενδιαφέρον του.
Λίγο αργότερα, το 1958, ένας άλλος γνωστός μουσικολόγος, ό Αντώνης Λάβδας από το περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, ύστερα από λεπτομεριακές μουσικοτεχνικές παρατηρήσεις και αναλύσεις, διατύπωνε το συμπέρασμα, πώς τα Βορειοηπειρωτικά τραγούδια και μόνο αυτά, απ’ όλα τα δημοτικά τραγούδια τής Ελλάδας, στηρίζονται στην πενταφθογγική κλίμακα, πράγμα πού σημαίνει, πώς σώζεται και στην Ελλάδα το είδος αυτό τής μουσικής, πού είναι γνωστό σε πολλά μέρη τής Ασίας, τής Αμερικής και τής Ευρώπης. Και οι δυό διακεκριμένοι ερευνητές δεν μας έδωκαν όμως απαντήσεις σε ερωτήματα, πού όπως είναι φυσικό προκύπτουν, σχετικά με την προέλευση του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού και τις πιθανές επιδράσεις του από άλλους γειτονικούς ή μακρινούς λαούς.
Γιατί, με βάση ή μοναδικότητα του πολυφωνικού χαρακτήρα και τής πενταφθογγικής Τεχνικής του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, σ’ όλη την Ελλάδα, γεννιούνται τα ερωτήματα: Οι πενταφθογγικές κλίμακες και η πολυφωνία, πού σώζονται στη Βόρειο Ήπειρο, είναι ντόπια στοιχεία, πού φθάνουν σαν ασταμάτητη παράδοση από την αρχαιότητα ή σημερινή της παρουσία εκεί, είναι άσχετη με την αρχαία Ελληνική μουσική;
Και αν είναι αληθινή ή τελευταία υπόθεση, τότε από που και πότε ήρθε στην περιοχή, το μουσικό αυτό είδος, ποιες ξένες επιδράσεις έχει δεχτεί και από ποιες μακρές εξελίξεις έχει περάσει;
Τα ερωτήματα αυτά, μέχρι σήμερα, μένουν αναπάντητα με αποτέλεσμα να υπάρχει μιά σύγχυση, ανεπίτρεπτη, γύρω από το δημοτικό τραγούδι τής Β. Ηπείρου, πού επιτρέπει την προβολή λανθασμένων απόψεων από μέρους Ελλήνων μουσικολόγων και λαογράφων, με φανερή επιστημονική και εθνική ζημιά.
Επιβεβαίωση αυτής της παρατηρήσεως, αποτελούν τα σχόλια, πού είναι καταχωρημένα στο εξώφυλλο του ενδέκατου δίσκου του «Συλλόγου προς διάδοση τής Εθνικής Μουσικής». Στο σημείο πού εξηγούνται τα Βορ/κά τραγούδια πού περιλαμβάνονται σ’ αυτό το δίσκο, ό σχολιαστής γράφει: «Όλως ιδιαίτερο χαρακτήρα παρουσιάζουν τα τραγούδια τής Βορ. Ηπείρου και του Ιλλυρικού, όπως βλέπομε στη «Δερπολίτισσα» και το «Αλησμονώ και χαίρομαι…».
Είναι φανερό, πώς αυτή ή πρόχειρη και επιπόλαιοι ταύτιση του τραγουδιού τής Βορ. Ηπείρου με το Ιλλυρικό, πέρα από τον αντιεπιστημονικό της χαρακτήρα, καλλιεργεί επιζήμιες και λανθασμένες εντυπώσεις, γύρω από την ιστορική και εθνολογική προέλευση του Βορ/κού τραγουδιού, με σοβαρές ίσως επιπτώσεις, πάνω σε γενικώτερα εθνικά θέματα.
Είναι ανάγκη λοιπόν να επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις πάνω στα καίρια ερωτήματα, πού γεννιούνται από την έρευνα και τη μελέτη του είδους αυτού των δημοτικών μας τραγουδιών, μέσα από τις σύντομες γραμμές πού ακολουθούν.
Το δημοτικό τραγούδι της Β. Ηπείρου, δε μπορεί και δεν εξηγείται να είναι φερμένο στον τόπο αυτό από τούς μοναδικούς γείτονές του, τούς Ιλλυριούς, πού όπως ισχυρίζονται οι σημερινοί Αλβανοί, είναι οι αρχαίοι πρόγονοί τους. Γιατί σε καμμιά από τις γνωστές ιστορικές πηγές, δε φαίνεται, πώς σε κάποια εποχή, συναντιούνται κοινά συγκριτικά στοιχεία μεταξύ του Βορ/κού τραγουδιού κι εκείνου των Ιλλυριών.
Σήμερα, αν επιχειρήσουμε μιά συγκριτική παράταξη του Βορ/ κού τραγουδιού μ’ εκείνο των γειτόνων του, πουθενά δε θα βρούμε κοινά ρυθμικά και μελωδικά γνωρίσματα.
Το δημοτικό τραγούδι τής Β. Ηπείρου, μας παρουσιάζει δυό αξιοπρόσεκτα στοιχεία, την πολυφωνική αντίληψη και τη μουσική περιγραφή, στοιχεία πού αποτελούν βασικούς παράγοντες τής μουσικής τέχνης κι επιστήμης.
Πάνω απ’ όλα όμως, ή Βορειοηπειρωτική μουσική, είναι πολυφωνική, δηλαδή περιέχει στοιχεία του λεγόμενου οριζόντιου μουσικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο, δυό περισσότερες φωνές, αποτελούν ανεξάρτητα ηχητικά σύνολα, πού στην πορεία τους, δημιουργούν κάθετες ηχητικές στήλες και μας δίνουν έτσι την αρμονική αντίληψη.
Αντίθετα τα τραγούδια τής Μέσης και Βορ. Αλβανίας, των Γκέγκηδων, Μαλισόρηδων και Μιρδυτών, είναι αποκλειστικά μονοφωνικά, χωρίς να συναντιέται μέσα σ’ αυτά ή αρμονική αντίληψη.
Στο σύνολό της ή πολυφωνική μελωδία, πού ή συγκροτούν οι ξεχωριστές φωνές του παρτή, του γυριστή ή τσακιστή ή κλώστη και του ισοκράτη, ταυτόχρονα ειπωμένες, χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, από άντρες ή γυναίκες και από ανάμικτη ομάδα, πλέκεται με τα λυγερά και παιγνιδιάρικα γυρίσματά της, και παίρνει έτσι το δικό της ιδιόμορφο ύφος, τέτοιο πού όμοιό του δεν συναντιέται πουθενά αλλού στον καθαρά Αλβανικό χώρο.
Έχομε λοιπόν, από ή μιά μεριά ή μονοφωνική και πρωτόγονη μορφή τής Αλβανικής μουσικής, κι από την άλλη, το Πολυφωνικό σύστημα του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, πού σχετίζεται με τις πιο προχωρημένες τάσεις τής πρωτοποριακής μουσικής, έστω και στην πιο αφελή της μορφή.
Οι βαθιές αυτές διαφορές, διαπιστώνονται κι από την απλή ακρόαση των δυό τούτων ξεχωριστών ειδών τής δημοτικής μουσικής. Και δε χρειάζεται να έχει κανένας ειδικές μουσικές γνώσεις ή προσωπικά βιώματα, για να καταλάβει ότι τα Βορειοηπειρωτικά και τα Αλβανικά τραγούδια δεν έχουν τίποτε το όμοιο, τίποτε το κοινό.
Οι ίδιοι οι Βορειοηπειρώτες χαρακτηρίζουν όλα τα Αλβανικά τραγούδια, περιφρονητικά ως «Γκέγκικα» για να τονίσουν πιο πολύ τις μεγάλες διαφορές πού έχουν με τα δικά τους.
Διαφορές βεβαιώνονται και από μελετητές το Αλβανικού τραγουδιού. Ο Egrem Cabel αναφέρει, σε μελέτη του, το μονοφωνικό χαρακτήρα του Αλβανικού τραγουδιού.
Το ίδιο παρατηρεί ό καθηγητής Filip Fishtos, προλογίζοντας ή συλλογή 50 μονοφώνων Αλβανικών τραγουδιών της περιοχής Σκόδρα, το Peter Duncu.
Βέβαια, το πολυφωνικό τραγούδι, ακούγεται και από τούς μωαμεθανούς τής Βορείου Ηπείρου, τούς Λιάπηδες. Θα μπορούσε να θεωρηθεί τούτο και σαν επίδραση του ανώτερου πνευματικά ελληνικού στοιχείου του τόπου στους κατώτερους Αλβανούς. Είναι όμως ιστορικά βεβαιωμένο, ότι ό μωαμεθανικός πληθυσμός τής Βορείου Ηπείρου είναι στο μεγαλύτερο βαθμό ελληνικός, πού ασπάστηκε τον μωαμεθανισμό βίαια και ύστερα από συστηματικές πιέσεις, πού ξεκίνησαν από τα πρώτα χρόνια τής κατακτήσεως της χώρας από τούς Τούρκους και κράτησαν σ’ όλο το διάστημα τής Τουρκοκρατίας. Αυτοί οι αλλαξόπιστοι Έλληνες από την Ελληνική τους καταγωγή κράτησαν πολλά θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία, ώστε να έχουν και σήμερα ακόμη κοινά ήθη και έθιμα με τους Βορειοηπειρώτες.
Αλλ’ ούτε καν και στα ποιητικά κείμενα των τραγουδιών των δυό γειτονικών λαών δε φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση, όπως παραλλαγές όμοιων τραγουδιών ή άλλα κοινά λογοτεχνικά και ποιητικά στοιχεία.
Φανερές είναι οι διαφορές ανάμεσα σ’ ένα Βορ/κό τραγούδι και σ’ ένα Αλβανικό, πού περιγράφουν το ίδιο ιστορικό γεγονός, την αποτυχημένη ανταρσία του Γκιολέκα.

Τούς Λιάπηδες τούς κίνησε ό Χόντος κι ό Γκιολέκας
τούς Τσάμηδες τούς κίνησε Χαμίτης ό Τσαπάρας…
Κι έπιακαν κούλες και χωριά κι έπιακαν τα ντερβένια
κι εχτύπησαν κι εχάλασαν του βασιλιά τ’ ασκέρια…
Σαν την κοπή τα πρόβατα, σαν τα παχιά κριάρια
σωρεύτηκαν στα Γιάννενα, Λιάπηδες, Αυλωνιάτες
Μπερατινοί και Καστρινοί και Τσάμηδες δεμένοι…

Μίρα θα φίαλε Γκέγκα / Καλά είπε ό Γκέγκας
Μιργιαλά τ’ουνγκιάτε γέτα / Πολυχρονεμένε συνταγματάρχη
με καντάλ ατό ντουρμπέτα / ησυχότερα να χτυπούν οι σάλπιγγες
σε κα σκούαρε Γκιολέκα / γιατί πέρασε ό Γκιολέκας
βέντεβε, μάλιεβε έγρα / στους τόπους και τ’ άγρια βουνά
πρά να πρέτ ένα μπέν λιέτρα / και μας σκοτώνει μας κάνει
ε να βάρ ντέγκα με ντέγκα / σαν χάρτινα κομμάτια και μας
κρεμάει κλαρί σε κλαρί…

Επομένως, έχουμε δύο ξεχωριστά είδη λαϊκής μουσικής, πού τραγουδιούνται σε δυό χωριστές γεωγραφικές περιοχές από δυό διαφορετικούς λαούς. Το πολυφωνικό τραγούδι, πού τραγουδιέται από τούς Έλληνες, στην Ελληνική Βόρειο Ήπειρο και νοτιότερα σε ορισμένα μέρη τής ελεύθερης Ηπείρου, και το μονοφωνικό τραγούδι, πού τραγουδιέται από τούς Αλβανούς στην σημερινή Βόρειο και Μέση Αλβανία.
Μεταξύ τους, δε μπορούμε να βρούμε ούτε μιά συγκεκριμένη ή ακαθόριστη επιφανειακή αλληλοεπίδραση, πού μέχρι ενός σημείου θα ήταν φυσική, εξαιτίας της μακράς συμβιώσεως του Ελληνικού και του Αλβανικού στοιχείου. Δεν υπάρχει καμιά στενότερη σχέση, πού να δικαιολογεί επίδραση στον εθνολογικό χαρακτήρα του λαού. Οι Βορειοηπειρώτες, πού έχουν πάθει πολλά από τούς Τουρκαλβανούς, είναι φυσικό να μην αισθάνονται καμιά συμπάθεια για τούς δυνάστες τους και πολύ περισσότερο για τα τραγούδια τους. Και όχι μόνο δεν τραγουδούν Αλβανικά τραγούδια, αλλά ούτε και να τα ακούσουν θέλουν.
Συμπερασματικά, δεν μπορεί να στηριχτεί ή άποψη για Ιλλυρική πατρότητα και μ’ επέκταση Αλβανική στο βορειοηπειρωτικό τραγούδι. Ούτε να γίνει σοβαρός λόγος για κάποια επίδραση του ενός στο άλλο, κι ακόμη πιο πολύ, να ταυτιστούν δυό είδη, πού τα ξεχωρίζουν βασικά και ιδιότυπα γνωρίσματα.
Αλλά τότε μήπως, το σημερινό Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, είναι απομεινάρι κάποιας ξένης και μακρινής επιμιξίας, κανενός απ’ τούς λαούς, πού σε κάποιο ιστορικό σταυροδρόμι άφησαν τα επισκεπτήρια τους, στον Ηπειρωτικό χώρο;
Και ή άποψη αυτή φαίνεται ότι δεν έχει πολλούς και σοβαρούς λόγους για να σταθεί.
Βέβαια, πολυφωνία απαντιέται και σε κάποιες μορφές Γιουγκοσλαβικών και Ρουμανικών τραγουδιών, ενώ πολλά άλλα δημοτικά Ευρωπαϊκά τραγούδια έχουν ως κοινή βάση την πενταφθογγική κλίμακα.
Είναι γνωστό, ότι η πενταφθογγική κλίμακα χρησιμοποιόνταν στην Ελλάδα από τον 7ο π.Χ. αιώνα. Στη χώρα μας φέρεται ότι την έφερε τότε ό Όλυμπος ό Φρύγιος, πού έζησε στην εποχή του Βασιλιά Μίδα του Β’. Επομένως η Ευρώπη πήρε στοιχεία απ’ ή μουσική τής Ελλάδας και δεν έδωσε σ’ αυτή. Η προχριστιανική Ευρώπη, απ’ την αρχαία ελληνική μουσική θα δανειστεί τα βασικά της στοιχεία, κι αναμειγνύοντας τα δικά της στοιχεία μ’ αυτά θα δημιουργήσει αργότερα την κολοσσιαία μουσική αρχιτεκτονική της, πού συμπληρώνει τον πολιτισμό της.
Έτσι, το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, με τον πενταφθογγικό χαρακτήρα του, αναγνωρίζεται, σαν μιά από τις πιο παλιές μουσικές παραδόσεις τής Ευρώπης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση τής παρουσίας πολυφωνίας στη Γιουγκοσλαβία και ή Ρουμανία θα πρέπει να εξετάσουμε τα κοινά σημεία επαφής των δύο αυτών λαών με τον Ηπειρωτικό χώρο. Οι Σλάβοι πραγματικά, πέρασαν από την Ήπειρο στα μεταχριστιανικά χρόνια, όταν όμως στην Ελλάδα προϋπήρχε η πενταφθογγική κλίμακα, το βασικό στοιχείο του πολυφωνικού τραγουδιού. Θα μπορούσε ακόμη να παρατηρήσει κανένας, ότι ή Βόρειος Ήπειρος, και περισσότερο τα νοτιότερα μέρη αυτής, παρά τις πάμπολλες και καταστρεπτικές ξένες επιδρομές, μπόρεσε και αφομοίωσε όλα τα ξένα στοιχεία, έτσι πού μόνο λίγα ξενικά τοπωνύμια να θυμίζουν σήμερα, την μακρινή εκείνη εποχή. Όσο για τη Ρουμανία, οι δεσμοί της με την Ήπειρο αρχίζουν από τον 12ο αιώνα μ.Χ., όπως μας πληροφορεί ό Ηπειρώτης μελετητής Λαμπρίδης. Η πλούσια κι αυτοκυβέρνητη Βλαχιά είχε προσελκύσει την προτίμηση των Ηπειρωτών ταξιδευτών, από πολύ γρήγορα, πού συνεχίστηκε μέχρι τα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Στη Ρουμανία οι Ηπειρώτες σχημάτισαν ισχυρές παροικίες, πολλές φορές ολόκληρα χωριά δικά τους και ανέδειξαν Ηγεμόνες, φωτισμένους διδασκάλους και μεγάλους ευεργέτες.
Εκεί, ό συναισθηματικός Ηπειρώτης, κουβαλάει και τις συνήθειές του, τις παραδόσεις του, τα ήθη και τα έθιμά του. Ο βαρύς πόνος τής ξενητιάς κι ή γλυκιά ανάμνηση τής μακρινής πατρίδας εξωτερικεύονται στο μακρόσυρτο, παραπονιάρικο και μελαγχολικό τραγούδι του.
Γιατί λοιπόν να μη παραδεχτούμε ότι, ή Πολυφωνία στη Ρουμανία είναι αποτέλεσμα επιδράσεως του Ηπειρωτικού στοιχείου, πού για αιώνες ολόκληρους ζούσε και ακτινοβολούσε στον τόπο εκείνο, όταν οι ίδιοι οι Ρουμάνοι παραδέχονται ότι: «Οι Ρουμάνοι πού δεν εδημιούργησαν σχεδόν τίποτε, εδανείσθησαν σχεδόν τα πάντα», όπως λέγει ό Ρουμάνος κριτικός Καραμπέτ Ιμπραλεάνου, στο βιβλίο του το κριτικό πνεύμα στο Ρουμανικό πολιτισμό.
«Όλη η ιστορία του Ρουμανικού πολιτισμού από το τέλος του Μεσαιώνος έως σήμερα (1909) είναι η ιστορία τής διεισδύσεως του ξένου πολιτισμού στις ρουμανικές χώρες», συμπληρώνει ό ίδιος. Και ό Άλκης Μάνθος-Μυρσίνης, ένας Ηπειρώτης βαθύς γνώστης των Ρουμανικών πραγμάτων παρατηρεί: «…Να μη θεωρηθεί υπερβολή το γεγονός ότι ένας εκ των κυριοτέρων δανειστών τής πνευματικής αναγεννήσεως τής χώρας αυτής υπήρξεν ή Ελληνική παιδεία».
Ύστερα απ’ όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν είναι νομίζουμε φανερό, πώς αν υπάρχει κάποια επίδραση μεταξύ των δημοτικών τραγουδιών των τριών χωρών αυτή ασκήθηκε από την πλευρά των Βορειοηπειρωτικών στα Γιουγκοσλαβικά και τα Ρουμανικά.
Μιά λεπτομερειακή και συστηματική συγκριτική μελέτη των πολυφωνικών τραγουδιών των τριών χωρών, από ειδικούς μουσικολαογράφους, πιστεύουμε θα μας έδινε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Πιθανόν, να ισχυροποιόνταν η εντύπωση, πού δίνει η απλή ακρόασή τους, ότι σε τίποτε δε μοιάζουν και σ’ όλα διαφέρουν. Γιατί, αυτό πού λέμε πολυφωνία στα τραγούδια των χωρών αυτών, στην πραγματικότητα είναι κάτι σαν ομαδικό τραγούδισμα πού δεν έχει την εσωτερική αρχιτεκτονική μουσική πλοκή και την εξωτερική τεχνική συγκρότηση των πολυφωνικών τραγουδιών της Βορείου Ηπείρου.
Οπωσδήποτε για όσους γνωρίζουν καλά το Βορειοηπειρωτικό δημοτικό τραγούδι, το τραγουδούν και το ζουν δεν υπάρχει θέμα ομοιότητάς του με αυτά τής Γιουγκοσλαβίας και τής Ρουμανίας.
Απομένει να εξετάσουμε τη σχέση και την πιθανή συγγένεια του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, μ’ εκείνο του Ελληνικού χώρου και τής ελεύθερης Ηπείρου. Τη σχέση αυτή, θα την αναζητήσουμε στους γενικότερους εθνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς, πού ενώνουν τη Βόρειο Ήπειρο με την Ελλάδα.
Με τον όρο «Βόρειος Ήπειρος», νοούμε σήμερα τη γνωστή περιοχή, πού παρά την αναμφισβήτητη ελληνικότητά της και τούς μακροχρόνιους και ηρωϊκούς αγώνες της παραμένει ακόμη έξω από τα όρια του σημερινού ελληνικού Κράτους.
Η Ήπειρος, πού ό Αριστοτέλης την ονομάζει «η Ελλάς η αρχαία» από τα πανάρχαια χρόνια ήταν ιστορικά, εθνολογικά και γεωγραφικά ενιαία και αδιαίρετη. Ο διαχωρισμός της σε Βόρειο και Νότιο είναι καθαρά τεχνικό κατασκεύασμα της ξένης διπλωματίας, πού έγινε στις αρχές του αιώνα μας, με την άδικη και συμφεροντολογική παραχώρηση του Βόρειου τμήματός της στο νεοσύστατο τότε Αλβανικό κράτος. Εθνολογικά η Βόρειος Ήπειρος ορίζεται από Βορρά σε Νότο μεταξύ του Γενούσου ποταμού και τής σημερινής οροθετικής γραμμής Ελλάδας-Αλβανίας κι από Ανατολή σε Δύση μεταξύ τής Νοτιοσλαβίας και των παραλίων του Ιονίου Πελάγους. Στο χώρο αυτό και στα νοτιότερά του, στους Νομούς Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, βρίσκεται ό κύριος όγκος του αλύτρωτου ελληνισμού, πού σήμερα αριθμεί περισσότερους από 300 χιλιάδες κατοίκους.
Η Βόρειος Ήπειρος, ως κομμάτι τής μιας ενιαίας και αδιαίρετης Ηπείρου ιστορικά ακολουθεί στις γενικές της γραμμές την ιστορική μοίρα του Ελληνισμού, πού τής προσδίνει την εθνική της καταγωγή και την πολιτιστική της φυσιογνωμία.
Ιδιαίτερα ό χώρος τής Βορείου Ηπείρου γνώρισε κατά καιρούς, και για περισσότερο από τέσσερα χρόνια, όχι μόνο ελεύθερη Ελληνική Διοίκηση, αλλά και δική της το 1914 (Αυτόνομη Βόρειος Ήπειρος).
Όσο για τη ζωή της, ακτινοβολεί πνεύμα και ομορφιά ελληνική. Όλα εκείνα τα στοιχεία, πού απαρτίζουν και συγκροτούν την ζωή και τής προσδίνουν τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, είναι ελληνικά.
Τα ήθη και τα έθιμα του λαού της, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα τραγούδια και οι χοροί, η λαϊκή τέχνη και οι ενδυμασίες η ψυχή και το φρόνημα, είναι όλα ελληνικά και επισφραγίζουν την ελληνικότητα των κατοίκων της.
Τοποθετήσαμε κιόλας το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι στη φυσική του κοιτίδα, στον ελληνικό πολιτιστικό χώρο.
Στη θέση αυτή το προσδιορίζουν ακόμη:
α) Η πενταφθογγική κλίμακα, κοινό γνώρισμα τής αρχαίας ελληνικής μουσικής και του σημερινού πολυφωνικού τραγουδιού τής Βορ. Ηπείρου. β) Μερικά στοιχεία ομοιότητας μεταξύ τής Βυζαντινής μουσικής και του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού. γ) Οι ομοιότητες των Βορειοηπειρωτικών τραγουδιών με εκείνα των άλλων περιοχών τής Ηπείρου. Πρώτα-πρώτα, η πενταφθογγική κλίμακα, είναι βασικό και βεβαιωμένο στοιχείο επαφής του σημερινού Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού με την αρχαία ελληνική μουσική. Είναι γνωστό, πώς η πενταφθογγική κλίμακα, ένα είδος μουσικής τεχνοτροπίας, ανθούσε κάποτε στην αρχαία Ελλάδα. Αυτή διατηρείται μέχρι και τούς Ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε στην εξέλιξη της ελληνικής μουσικής σημειώνεται ένας σημαντικός διαχωρισμός σε δυό μεγάλα ρεύματα. Το Δυτικό ρεύμα, πού ή Λατινική εκκλησία, το εξελίσσει σε επιστημονικοτεχνικό κολοσσό και το Ανατολικό, πού με την επίδραση τής Ορθοδοξίας παραμένει πρωτόγονο, αφού αυτή απέρριψε την επεξεργασία των λειτουργικών μερών και η σύμπραξη της οργανικής μουσικής στη λειτουργία.
Έτσι η Βυζαντινή εποχή εξαφανίζει από όλη την Ελλάδα τη χρήση της πενταφθογγικής κλίμακας, με μόνη εξαίρεση την περιοχή τής Βορ. Ηπείρου.
Από την παραδοχή αυτής τής απόψεως προκύπτει ένα άλλο ερώτημα. Πώς η πενταφθογγική κλίμακα και η πολυφωνία σώθηκαν και διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα μόνο στη μικρή αυτή γωνιά του ελληνικού χώρου; Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση αν σκεφτούμε πόσο πλούσιο διαμελισμό παρουσιάζει σήμερα το δημοτικό τραγούδι σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο.
Ο Σπ. Περιστέρης, για το φαινόμενο αυτό παρατηρεί: «Αι μουσικαί διαφοραί αφορώσαι τόσον εις εξωτερικά γνωρίσματα των ασμάτων, την ποιητικήν και μελωδικήν μορφήν, όσον και εις εσωτερικά, το ύφος, τον χαρακτήρα, ποικίλλουν κατά περιοχάς και αναλόγως των συνθηκών της δημιουργίας των, οφείλονται δε εις πολλούς και διαφόρους λόγους, ιστορικούς, κοινωνικούς, γεωγραφικούς, κλιματολογικούς κ.α.».
Όλοι αυτοί οι λόγοι, πού αναφέρει ό Σπ. Περιστέρης, ότι καθορίζουν τις διαφορές και τις ποικιλίες των τραγουδιών, συνυπάρχουν στην περίπτωση τής Βορ. Ηπείρου. Είναι δε βέβαιο, πώς διαδραμάτισαν το ρόλο τους στη γέννηση και την πορεία του πολυφωνικού Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού.
Οι πιο αποφασιστικοί όμως παράγοντες, πού στήριξαν, έθρεψαν και έδωκαν τη σημερινή του μορφή στο Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, είναι οι κοινωνικές συνθήκες και οι εθνικές περιπέτειες τής πολύπαθης αυτής περιοχής, σε συνδυασμό με τις ψυχολογικές αντιδράσεις των κατοίκων της.
Ο γνωστός Ηπειρώτης ιστοριοδίφης Σπ. Στούπης, για το θέμα αυτό ρωτάει στα «Πωγωνησιακά και Βησσιανιωτικά» του: «Γιατί στον Ηπειρώτη, τον πάντοτε ταξιδιάρη, δεν ξεχωρίζεις πολλές φορές το τραγούδι τής χαράς από κείνο τής λύπης;» Και ο ίδιος δίνει την απάντηση: «Στην Ήπειρο δεν υπήρχε μόνον ό βόγγος του θανάτου, η οδύνη και ό θρήνος τής ταφής. Ήταν και το κλάμα του ζωντανού χωρισμού, ό σπαραγμός της ξενητειάς… Ο χωρισμός και ακόμα η ψυχή και ό νους εστραμμένα προς τα ξένα για κείνους πού έμεναν στο χωριό, διέπλασαν και διεμόρφωσαν τον ηπειρωτικό χαρακτήρα μαζί με τα δεινά τής δουλείας. Γιατί αυτά είχαν τεράστιες επιπτώσεις στον ψυχικό, πνευματικό και ηθικό του κόσμο, και εδημιούργησαν τον τύπο του γνωστού ηπειρώτη με τον πλούσιο συναισθηματισμό, την υπερβολική εσωτερική αξιοπρέπεια μέχρι σημείου πού μερικοί να καταλογίζουν σ’ αυτόν ‘κοσμική δειλία, τον αυτοσεβασμό κ.λπ. πού σε τελευταία ανάλυσι απέσπασε δίκαια από τους πανέλληνας για την Ήπειρο τον τίτλο της ‘Ευάνδρου’».
Και εμείς προσθέτουμε, πώς ψυχικός σπαραγμός του Βορειοηπειρώτη, γίνεται μεγαλύτερος και ασταμάτητος και από τη διπλή σκλαβιά των Τουρκαλβανών, με τις ατέλειωτες αλλαξοπιστίες και τις φοβερές λεηλασίες και καταστροφές τους.
Η πενταφθογγική κλίμακα λοιπόν, πού όπως είπαμε ανθούσε κάποτε στην Αρχαία Ελλάδα, ενώ αντικαταστάθηκε στην υπόλοιπη χώρα από το επταφθογγικό σύστημα, φυτεμένο και στη Βορ. Ήπειρο, ριζοβόλησε και μεγάλωσε και φούντωσε, μόνο εκεί, γιατί εκεί βρήκε έδαφος, πού δεν το άφησε να μαραθεί και να εξαφανιστεί, όπως έγινε στις άλλες ελληνικές περιοχές.
Ο Βορειοηπειρώτης, πήρε την πενταφθογγική κλίμακα, πρόσθεσε την περίτεχνη πολυφωνική σύνθεση με το ιδιαίτερο τοπικό χρώμα και μας έδωκε τελικά, ολοκάθαρη τη δική του αισθητική μουσική και ποιητική αντίληψη, πού πηγάζει μέσα από το πνεύμα του, τις παραδόσεις του, την φυλετική του ιδιοσυγκρασία, τη διαμόρφωση τής θρησκείας του και τούς εθνικούς του αγώνες.
Δώσαμε μιά εξήγηση, πού κατά τη γνώμη μας φαίνεται περισσότερο πιστευτή, για το πώς βρέθηκε το πενταφθογγικό πολυφωνικό τραγούδι στη σημερινή πατρίδα του. Όπως όμως και αν έχει το πράγμα, ό λαός μας, με την μοναδική και μεγάλη συνθετική και αναπλαστική του δύναμη, βρήκε τον τρόπο, μέσα από το καμίνι τής ζωής, να μας δώσει, με μιά καινούρια μορφή τέχνης, το αντιφέγγισμα τής ψυχής του, τούς πόνους και τις χαρές του, τούς πόθους και τις ελπίδες του. Και αυτή η τέχνη, επιβιώνει σήμερα ένα από τα αρχαιότερα μνημεία τής μουσικής μας παραδόσεως, την πενταφθογγική κλίμακα.
Με βάση το γεγονός, πώς η πενταφθογγική κλίμακα, είναι ένα δεδομένο στοιχείο του αρχαίου μας πολιτισμού, η μουσική του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, αποτελεί ίσως μιά γέφυρα, πού ενώνει το σήμερα με κάποια περασμένη και πολύ μακρινή περίοδο τής ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.
Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τα στοιχεία ομοιότητας του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού με τη Βυζαντινή μουσική. Ο Σπ. Περιστέρης, πού είναι και καθηγητής τής Βυζαντινής μουσικής γράφει σχετικά: «Το ίσο και η μελωδική κίνησις του γυριστού εις την τονικήν και υποτονικήν είναι στοιχεία απαντώντα ομοίως και εις την Βυζαντινήν εκκλησιαστικήν μουσικήν».
Και ό ίδιος ρωτάει: «Μήπως εις την δημώδη τεχνοτροπίαν ταύτην έχωμεν δημιουργικήν επίδρασιν τής μουσικής ταύτης, ήτις εις ωρισμένην ιστορικήν περίοδον ήνθει ενταύθα;»
«Αναλογίες φωνών με την εκκλησιαστική μουσική μας (τραγούδι, δεύτερη φωνή, ίσο)» βρίσκει στα τραγούδια αυτά κι ό σχολιαστής του δίσκου «Τραγούδια τής Ηπείρου» του Συλλόγου προς διάδοση τής Εθνικής Μουσικής. Και αυτός αναρωτιέται, αν το τραγούδι αυτό έχει σχέση με την εκκλησιαστική μας μουσική. Είναι αλήθεια, ότι η πρώτη γνωριμία με το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι, αφήνει την εντύπωση του μοιρολογιού ή της εκκλησιαστικής μουσικής, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Θα πρέπει όμως να δεχτούμε κάποιες ομοιότητες μεταξύ τους, όπως τις καθορίζουν πιο πάνω οι ειδικοί μελετητές του, πού οπωσδήποτε φέρουν πιο κοντά το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι στην ελληνική μουσική παράδοση.
Εδώ θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, πώς ίσως το πολυφωνικό μοιρολόγι και το κλάμα του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού να επηρεάστηκαν στο ίσο και στις ξεχωριστές φωνές, από τα ίδια στοιχεία τής Βυζαντινής μουσικής.
Τελευταία, ας δούμε, τις ομοιότητες των Βορειοηπειρωτικών τραγουδιών με τα άλλα τραγούδια της Ηπείρου. Σήμερα το πολυφωνικό τραγούδι, εκτός από την περιοχή τής Βορ. Ηπείρου, τραγουδιέται και σ’ ένα γειτονικό τμήμα της ελεύθερης Ηπείρου, την επαρχία Πωγωνίου και σε μερικά χωριά των επαρχιών Κόνιτσας και Φιλιατών. Πολυφωνικά τραγούδια, πού μοιάζουν με τα Βορειοηπειρωτικά, τραγουδιούνται ακόμη στον Πεντάλοφο Κοζάνης και σε χωριά των Γρεβενών.
Τα άλλα τραγούδια τής Ηπείρου, ατομικά ή ομαδικά, εκτελούνται με τη συνοδεία οργάνων ή χωρίς αυτά μονοφωνικά, δηλαδή έχουν ως βάση μιά μελωδία απλή, συλλαβική και στολισμένη με διάφορα γυρίσματα και μελίσματα.
Τη σχέση των Βορειοηπειρωτικών τραγουδιών κι εκείνων των άλλων περιοχών της Ηπείρου μας τη δίνει πάλι ό καθηγητής Σπ. Περιστέρης.
Τα τραγούδια αυτά «παρουσιάζουν ομοιότητας μεταξύ των, τόσον ως προς τα εξωτερικά όσον και ως προς τα εσωτερικά γνωρίσματα», λέγει ό διακεκριμένος μελετητής. Και συμπληρώνει, «Τα μουσικά στοιχεία των κατά πολυφωνικόν τρόπον εκτελουμένων ασμάτων τής Δροπόλεως και των γειτονικών προς αυτήν περιοχών, τα ανευρίσκομεν εις τα άσματα των άλλων περιοχών τής Ηπείρου ουχί όμως εκτελούμενα εν συνδυασμώ αλλά μεμονωμένως. Τα υπ’ αριθ. 10-15 μουσικά παραδείγματα, προερχόμενα εκ διαφόρων περιοχών τής Ηπείρου, μας βεβαιώνουν περί τούτου».
Αλλά και το ποιητικό περιεχόμενο των Βορειοηπειρωτικών τραγουδιών, όταν δεν είναι το ίδιο, μοιάζει πάρα πολύ με τα τραγούδια των άλλων περιοχών τής Ηπείρου.
Τα ποιητικά τους θέματα με μικρές ή μεγαλύτερες παραλλαγές, τραγουδιούνται όχι μόνο στην υπόλοιπη Ήπειρο, αλλά κα σε πολύ απομακρυσμένα μέρη τής Ελλάδας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα θρακιώτικα τραγούδια πού ανέφερε στην ανακοίνωσή της η κ. Ελένη Φιλιππίδη «Ξενητεμένο μου πουλί» και «Έχασα το μαντήλι μου». Και τα δυό με μικρές παραλλαγές τραγουδιούνται και σ’ όλη τη Βόρειο Ήπειρο, με τον πολυφωνικό βέβαια τρόπο.

Έχασα το μαντήλι μου
Έχασα το μαντήλι μου, παιδιά μου, παιδιά μου,
το χρυσό κεντημένο, μωρέ παιδιά καημένα,
με τριακόσια δυό φλωριά, παιδιά μου, παιδιά μου,
με ξήντα δράμια μόσχο, μωρέ παιδιά καημένα.
Τόχα για την αγάπη μου, παιδιά μου, παιδιά μου,
τόχα για την κυρά μου, μωρέ παιδιά καημένα.
Αν το βρεί νιός να το χαρεί, παιδιά μου, παιδιά μου,
και γέρος να πεθάνει, μωρέ παιδιά καημένα.
Αν το βρει κόρη ανύπαντρη, παιδιά μου, παιδιά μου,
να μου το ξαναδώσει μωρέ παιδιά καημένα.

Ξενητεμένο μου πουλί
Ξενητεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενητιά σε χαίρεται κι εγώ ‘χω τον καημό σου.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα πούσαι.
Να στείλω μήλο, σέπεται, κυδώνι, μαραγκιάζει,
να στείλω μοσχοστάφυλο, στο δρόμο σταφυδιάζει,
να στείλω και βασιλικό, δίχως νερό στεγνώνει.
Να στείλω και το δάκρυ μου σ’ ένα ψιλό μαντήλι.
Ανάθεμά σε ξενητιά, και συ και τα καλά σου,
που παίρνεις ανύπαντρα παιδιά, γυρίζουν παντρεμένα,
παίρνεις και παντρεμένους νιούς και γέροντες γυρίζουν.
Ανάθεμά σε ξενητιά, με τα φαρμάκια πόχεις.

Ο Βορειοηπειρώτης τραγουδάει στα τραγούδια του πολλές ελληνικές εικόνες τής ζωής και τής φύσεως. Τραγουδάει την όμορφη Γιαννιωτοπούλα, τα βουνά των Γρεβενών και τα πεύκα του Μετσόβου, την Πόλη και τη Σμύρνη, την Τρικαλινή πέρδικα και Λαρσινή τρυγόνα:

Τρικαλινή μου πέρδικα, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
και Λαρσινή τρυγόνα, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Τάχα δε θάρθ’ ένας καιρός, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
κι ένας βαρύς χειμώνας, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Να στήσω βρόχια, στις πλαγιές, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
και ξώβεργα στους κάμπους, μωρ’ έλα με τ’ εμένα,
για να σε πιάσω ζωντανή, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
πουλί καμαρωμένο, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Και να σε βάλω στο κλουβί, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
Το χρυσοκεντημένο, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Να κελαϊδάς κάθε πρωί, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
και κάθε μεσημέρι, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Για να ξυπνάς τις όμορφες, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
κι όλες τις μαυρομάτες, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.
Για να ξυπνάς τα νιόγαμπρα, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα,
τα πολυαγαπημένα, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.

Γνωρίσαμε, αμέσως παραπάνω, τρία σημεία επαφής του Βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, με την αρχαιότητα, με το Βυζάντιο και με τις σημερινές μορφές τής μουσικής δημιουργίας στον ελεύθερο Ηπειρωτικό χώρο.
Η παρουσία των σπουδαίων αυτών αναλογιών ανάμεσά τους, επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο τα συμπεράσματά μας, πώς τα τραγούδια αυτά ανήκουν ολοκληρωτικά στον ελληνικό πολιτιστικό χώρο.
Το Βορειοηπειρωτικό λοιπόν δημοτικό τραγούδι, είναι ένα ιδιότυπο είδος Ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, πού δεν μοιάζει απόλυτα με κανένα από τ’ άλλα ελληνικά τραγούδια, είναι όμως Ελληνικό, όπως Ελληνικά είναι τα Κυπριώτικα, τα Ποντιακά, τα Κρητικά και τόσα άλλα ξεχωριστά είδη τής εθνικής μας δημοτικής μουσικής.
Και αυτό το στοιχείο, πού χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει σήμερα το Βορειοηπειρωτικό τραγούδι απ’ τα τραγούδια των άλλων ελληνικών περιοχών, η πενταφθογγική κλίμακα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά στο βάθος των χρόνων, να πρόσθετο στοιχείο ενότητας, πού επιβεβαιώνει, όχι μόνο την κοινή εθνική καταγωγή, αλλά και την κοινότητα όλων των πολιτιστικών άξιών τής επαρχίας με την μητέρα πατρίδα. Άλλωστε, στη Βόρειο Ήπειρο, δεν είναι μόνο τα δημοτικά της τραγούδια, πού ξαφνιάζουν τον ερευνητή για την πιστότητα και αμεσότητα στην αρχαία Ελληνική τους προέλευση. Η ζωή και η παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων της, διασώζουν πολλές συνήθειες από τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό. Το έθιμο πού τηρούσαν μέχρι τα τελευταία χρόνια στο χωριό Πολύτσανη τής Βορ. Ηπείρου, πού πλένουν τα πόδια και τα χέρια του φιλοξενούμενου, είναι τα αρχαία «ποδόνιπτρα ύδατα» και η «μακαρία», το δείπνο μετά την ταφή, το «περίδειπνον» των αρχαίων. Δεν θα αναφερθούμε δε στα πάρα πολλά κοινά έθιμα, συνήθειες και ονόματα μεταξύ της Βορ. Ηπείρου και του λοιπού Βορειοελλαδικού χώρου, πού διαπιστώσαμε και από τις ανακοινώσεις πολλών συνέδρων και πού επιβεβαιώνουν τα «Ομότροπα ήθη» το «εδραίον θεμέλιον τής Εθνικής των Ελλήνων συνειδήσεως».
Αυτό είναι το Βορειοηπειρωτικό δημοτικό τραγούδι, σ’ αδρές γραμμές. Ένα ζωντανό μνημείο του αστέρευτου λαογραφικού θησαυρού τής Βορείου Ηπείρου. Ελληνικό, γνήσιο, ανόθευτο, πηγαίο, πού ό θρηνητικός του ήχος, σε συνδυασμό με μιά βαθιά μελαγχολική αίσθηση του στίχου του, συγκινεί και συγκλονίζει πάντοτε, όχι μόνο τούς τραγουδιστές του, αλλά και τούς αμύητους ακροατές του.
Το είδος αυτό των δημοτικών τραγουδιών μας, λόγω των ειδικών συνθηκών και των περιπετειών τής περιοχής, αλλά και των ραγδαίων μεταβολών τής εποχής μας, πάει να εξαφανιστεί. Χρέος όλων μας να το ερευνήσουμε ακόμη πιο πέρα, να το διασώσουμε και να το διαφυλάξουμε, μαζί με τούς άλλους θησαυρούς της ελληνικής παραδόσεως.
Παραθέτουμε να μουσικό παράδειγμα από τα «Δημοτικά τραγούδια Δροπόλεως Βορ. Ηπείρου» του Σπ. Περιστέρη τη «Δεροπολίτισσα, για τον κατατοπισμό των αναγνωστών μας.

Μώρ’ Διροπολίτισσα, μώρ’ καημένη
μώρ’ Διροπολίτισσα, ζηλεμένη
βάλ’ το φέσι σου στραβά, μώρ’ καημένη
βάλ’ το φέσι σου στραβά, ζηλεμένη.
Αχ, και σύρε στην εκκλησιά, μώρ’ καημένη
αχ, και σύρε στην εκκλησιά, ζηλεμένη
αχ, με λαμπάδες με κεριά, μώρ’ καημένη
αχ, με λαμπάδες με κεριά, ζηλεμένη,
και με μοσχοθυμιατά, μώρ’ καημένη
και με μοσχοθυμιατά, ζηλεμένη
και προσκύνα γιατ’ εμάς,
γιατ’ εμάς τούς χριστιανούς
τι μας πήρεν η Τουρκιά
και μας ’σφάζουν σαν τ’ αρνιά,
σαν τ’ αρνιά τής Πασχαλιάς,
τα κατσίκια τ’ Αϊ Γιωργιού,
τα μουσκάρια τ’ Αϊ Βαγιώς.

Πηγή: Η εισήγηση του κυρίου Μενέλαου Σ. Ζώτου στο Γ’ Συμπόσιο Λαογραφίας Βορειοελλαδικού Χώρου που έγινε στην Αλεξανδρούπολη, 14-18 Οκτωβρίου 1976, και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις του ΙΜΧΑ (Θεσσαλονίκη 1979).

www.e-istoria.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*