Χαμηλό βαρομετρικό στην εξωτερική πολιτική

ΘΑΝΟΣ Π. ΝΤΟΚΟΣ*

Αρνητικές αναφορές του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στη Συνθήκη της Λωζάννης, εισαγωγή θεωρίας «γκρίζων ζωνών» στην εσωτερική πολιτική συζήτηση, με την κεμαλική αντιπολίτευση να πλειοδοτεί στις εθνικιστικές δηλώσεις και με τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό σε κρίσιμο σημείο, δυσκολία διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, ιδιαίτερα όσον αφορά την καθημερινότητα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και έντονη ανησυχία για την κατάρρευση της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας, εθνικιστικές τάσεις στο εσωτερικό της Αλβανίας και σταδιακή επιδείνωση των διμερών σχέσεων. Ολα αυτά με φόντο την υψηλή αστάθεια στην Ανατολική Μεσόγειο, την αδυναμία κλεισίματος της αξιολόγησης, τη γενικότερη κρίση στην Ευρώπη και τις αναμενόμενες επιπτώσεις της εκλογής Τραμπ. Αυτή η σχεδόν τέλεια καταιγίδα δικαιολογημένα προκαλεί ανησυχία. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον αποτελεσματικότερο τρόπο διαχείρισης της κατάστασης.

Προφανώς δεν έχουμε λόγο «νομιμοποίησης» της τουρκικής (ή αντίστοιχα της αλβανικής) πολιτικής διεκδικήσεων μέσω συνεχών δημόσιων απαντήσεων. Και πολύ περισσότερο η Ελλάδα δεν έχει λόγο να πλειοδοτεί σε εμπρηστικές ή προσβλητικές δηλώσεις. Πέραν των απολύτως απαραίτητων επικοινωνιακών αντιδράσεων, η πιο αποτελεσματική μέθοδος είναι η «έξυπνη» παρουσίαση των αποσταθεροποιητικών συνεπειών των κινήσεων της άλλης πλευράς είτε σε επίπεδο διμερών διπλωματικών επαφών είτε στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ. Υπάρχει και μία σειρά άλλων κινήσεων στο πλαίσιο της ενδεικνυόμενης βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης ελληνικής στρατηγικής, όπως η ενεργοποίηση πρόσθετων διαύλων επικοινωνίας με την άλλη πλευρά, καθώς η προσωπική διπλωματία μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική με τον κ. Ερντογάν. ΄Η η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η ενταξιακή διαδικασία διαφόρων χωρών στην Ε.Ε., παρά τη δυσκολία επιτυχούς διαχείρισης πολλαπλών ανοιχτών μετώπων στο επίπεδο αυτό. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι προς το συμφέρον μας η πλήρης διακοπή της διαπραγματευτικής διαδικασίας Ε.Ε.-Τουρκίας, λόγω των πιθανών αρνητικών συνεπειών για το προσφυγικό/μεταναστευτικό, αλλά και της εξαΰλωσης της ήδη πολύ περιορισμένης επιρροής της Ε.Ε. επί της Αγκυρας. Απαιτείται, επίσης, καλύτερος συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, ετοιμασία εναλλακτικής πρότασης σε θέματα ασφαλείας που θα κατοχυρώνει τα συμφέροντα του Ελληνισμού χωρίς επιμονή σε απόλυτες θέσεις και παράλληλη προετοιμασία για το blame game που θα ακολουθήσει την τυχόν αποτυχία των διαπραγματεύσεων.

Στις ένοπλες δυνάμεις, η διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος έχει καταστεί δυσκολότερη λόγω οικονομικών περιορισμών. Μοναδική επιλογή είναι η βέλτιστη αξιοποίηση μέσων και ανθρώπινου δυναμικού μέσω θαρραλέων τομών στη δομή δυνάμεων ως αποτέλεσμα αμυντικής αναθεώρησης, διαδικασίας που έχει καθυστερήσει σημαντικά. Ως ζήτημα προτεραιότητας θα πρέπει να θεωρηθεί και η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου σε θέματα χειρισμού κρίσεων και στρατηγικού σχεδιασμού, με τη δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Τέλος, η Ελλάδα οφείλει να προβάλει προς όλες τις κατευθύνσεις την εικόνα χώρας που αντιμετωπίζει μεν περιστασιακά προβλήματα, παραμένει όμως σοβαρή και υπολογίσιμη. Και αυτό αφορά, μεταξύ άλλων, και τη διαχείριση του προσφυγικού, παρά τις προφανείς δυσκολίες.

*Γενικός διευθυντής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

kathimerini.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*